Το εγχώριο πολιτικό σκηνικό εισέρχεται στη θερινή ραστώνη με αποκρυσταλλωμένες τις νέες ισορροπίες δυνάμεων, όπως αυτές αποτυπώνονται στην πιο πρόσφατη, εκτενή έρευνα της εταιρείας MARC. Η συγκεκριμένη δημοσκόπηση, η οποία αποτελεί την τελευταία κρίσιμη μέτρηση των τάσεων της κοινής γνώμης πριν από τις παραδοσιακές διακοπές του Αυγούστου, προσφέρει μια καθαρή ακτινογραφία της εκλογικής επιρροής των κομμάτων. Το κυβερνών κόμμα διατηρεί την αδιαμφισβήτητη ηγεμονία του, η αξιωματική αντιπολίτευση αλλάζει ουσιαστικά χέρια, ενώ τα σχήματα που βασίστηκαν αμιγώς στην κοινωνική διαμαρτυρία φαίνεται να δοκιμάζουν τα πολιτικά τους όρια.
Η ακτινογραφία των ποσοστών και η αντοχή της κυβέρνησης
Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία της έρευνας της MARC, στην εκτίμηση ψήφου η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) καταγράφει ποσοστό της τάξης του 30,8%. Το εύρημα αυτό είναι εξόχως σημαντικό για το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς αποδεικνύει ότι, παρά τη φυσιολογική κυβερνητική φθορά, τις πληθωριστικές πιέσεις και τη δυσαρέσκεια μέρους των πολιτών για ζητήματα καθημερινότητας, ο πυρήνας της εκλογικής βάσης της ΝΔ παραμένει εξαιρετικά συμπαγής.
Αυτό το 30,8% εξασφαλίζει στη Νέα Δημοκρατία ένα σαρωτικό προβάδισμα 14 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του δεύτερου κόμματος. Μια τέτοια διψήφια διαφορά, ειδικά στο μέσο περίπου του κυβερνητικού κύκλου, υποδηλώνει την απουσία μιας πειστικής, εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης από τον χώρο της κεντροαριστεράς που θα μπορούσε να απειλήσει άμεσα την πολιτική κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η εδραίωση της ΕΛ.Α.Σ. και ο εγκλωβισμός του ΠΑΣΟΚ
Η πραγματική είδηση, ωστόσο, προέρχεται από το μέτωπο της αντιπολίτευσης. Στη δεύτερη θέση της εκτίμησης ψήφου εδραιώνεται η ΕΛ.Α.Σ., η οποία συγκεντρώνει ποσοστό 16,8%. Η παγίωση του συγκεκριμένου πολιτικού φορέα στη θέση της άτυπης αξιωματικής αντιπολίτευσης αλλάζει δομικά τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού. Αποδεικνύει ότι η αντισυστημική ψήφος και η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν διοχετεύονται πλέον στα παραδοσιακά κόμματα της κεντροαριστεράς, αλλά αναζητούν διέξοδο σε πιο αιχμηρούς και δεξιούς ή λαϊκιστικούς σχηματισμούς που κεφαλαιοποιούν τη δυσαρέσκεια με σκληρή ρητορική.
Στον αντίποδα, το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί σε ένα πολιτικό τέλμα. Παρά την κατάρρευση άλλων όμορων δυνάμεων, το Κίνημα περιορίζεται στην τρίτη θέση, καταγράφοντας ποσοστό μόλις 11%. Το νούμερο αυτό αποτελεί «καμπανάκι» για τη Χαριλάου Τρικούπη. Η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να λειτουργήσει ως υποδοχέας των ψηφοφόρων που απομακρύνονται από την κυβέρνηση, δείχνει ένα δομικό έλλειμμα πολιτικού αφηγήματος. Παραμένοντας στο 11%, το κόμμα δεν μπορεί να πείσει το ευρύτερο εκλογικό σώμα ότι διαθέτει την ορμή και το στελεχιακό δυναμικό για να αποτελέσει τον επόμενο κυβερνητικό πόλο.
Η δημοσκοπική καθίζηση της Καρυστιανού
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και διδακτικά ευρήματα της δημοσκόπησης αφορά τις κινήσεις που προέκυψαν ως απόρροια έντονων κοινωνικών και συναισθηματικών φορτίσεων. Ειδικότερα, η έρευνα αποτυπώνει ότι η δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία είχε μετρηθεί δημοσκοπικά ως δυνητικός πολιτικός παράγοντας μετά την τραγωδία των Τεμπών, βυθίζεται ραγδαία.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει έναν βασικό κανόνα της πολιτικής επιστήμης: τα κινήματα ή τα πρόσωπα που ταυτίζονται με ένα και μόνο ζήτημα (single-issue politics), όσο ισχυρό και αν είναι το ηθικό ή συγκινησιακό τους βάρος στην κοινωνία, δυσκολεύονται εξαιρετικά να μετεξελιχθούν σε βιώσιμους πολιτικούς οργανισμούς. Όταν το εκλογικό σώμα καλείται να επιλέξει ποιος θα διαχειριστεί την οικονομία, την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια της χώρας, η ψήφος διαμαρτυρίας υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για συνολικές πολιτικές πλατφόρμες. Η καθίζηση του εν λόγω εγχειρήματος αποδεικνύει ότι το θυμικό δεν επαρκεί από μόνο του για την παραγωγή μακροπρόθεσμου πολιτικού αποτελέσματος.
Η επόμενη ημέρα για το πολιτικό σύστημα
Τα δεδομένα της MARC λειτουργούν ως σαφής οδικός χάρτης ενόψει του φθινοπώρου. Η Νέα Δημοκρατία έχει τον πολιτικό χρόνο και τον δημοσιονομικό χώρο να ανασυνταχθεί, γνωρίζοντας πως η διαφορά των 14 μονάδων τής παρέχει ένα τεράστιο δίχτυ ασφαλείας. Αντίθετα, στο στρατόπεδο της κεντροαριστεράς, ο προβληματισμός γύρω από το ισχνό 11% του ΠΑΣΟΚ αναμένεται να εντείνει τις εσωτερικές διεργασίες και τις συζητήσεις για την ανασύνθεση του ευρύτερου χώρου.
Το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας δείχνει να ισορροπεί σε μια ιδιότυπη ασυμμετρία: μια κυρίαρχη κεντροδεξιά παράταξη, μια ανερχόμενη δύναμη εκ δεξιών της που συγκεντρώνει τη φωνή της διαμαρτυρίας, και μια κατακερματισμένη προοδευτική αντιπολίτευση που αναζητά πυξίδα.

