Καθώς η χώρα τιμά τη φετινή Εργατική Πρωτομαγιά, η ιστορική μνήμη στρέφεται αναπόφευκτα σε μια επέτειο: τη συμπλήρωση ακριβώς 90 ετών από τον δραματικό Μάιο του 1936. Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στη Θεσσαλονίκη εκείνη την άνοιξη δεν αποτελούν απλώς μια μελανή υποσημείωση στα αρχεία του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος. Συνιστούν το απόλυτο σημείο τομής, όπου η εργασιακή εξαθλίωση συγκρούστηκε μετωπικά με τη θεσμική αυταρχικότητα, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά την έλευση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.
Ο Μάης του ’36 υπενθυμίζει στο σύγχρονο Κράτος Δικαίου πώς μια κοινωνική διεκδίκηση με αμιγώς βιοποριστικά χαρακτηριστικά, όταν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με όρους αστυνομικής καταστολής, μπορεί να οδηγήσει σε εθνική τραγωδία. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει πώς η οδύνη του δρόμου μπορεί να γεννήσει κορυφαία μνημεία πολιτισμού, όπως ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου.
Το Πολιτικό και Οικονομικό Υπόβαθρο μια χώρας σε αδιέξοδο
Για να γίνει απολύτως κατανοητή η σφοδρότητα της σύγκρουσης, απαιτείται η ακτινογραφία της μεσοπολεμικής Ελλάδας. Το 1936, η χώρα βρισκόταν σε απόλυτο πολιτικό και θεσμικό αδιέξοδο.
-
Η Πολιτική Κρίση: Οι εκλογές του Ιανουαρίου 1936 είχαν οδηγήσει σε μια καταστροφική ισοπαλία μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, με το Παλλαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ) να αναδεικνύεται σε ρυθμιστή. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Δεμερτζή στα μέσα Απριλίου, ο Βασιλιάς Γεώργιος Β’ διόρισε πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, παρακάμπτοντας τη λαϊκή βούληση.
-
Η Οικονομική Εξαθλίωση: Η Θεσσαλονίκη, βιομηχανική καρδιά των Βαλκανίων και κόμβος προσφύγων, βίωνε τις συνέπειες της διεθνούς ύφεσης. Ο καπνός ήταν ο “χρυσός” της Ελλάδας (αποτελώντας πάνω από το 60% των εξαγωγών), αλλά οι περίπου 40.000 καπνεργάτες σε όλη τη χώρα λιμοκτονούσαν. Τα ημερομίσθια είχαν περικοπεί άγρια από τις 120-130 δραχμές (το 1928) στις 75-90 δραχμές (το 1936). Το Ταμείο Ασφαλίσεως Καπνεργατών είχε καταρρεύσει, και η φυματίωση θέριζε στις υγρές καπναποθήκες.
Το Χρονικό της Γενικής Απεργίας
Η άρνηση των καπνεμπόρων να ικανοποιήσουν το αυτονόητο αίτημα της επαναφοράς των ημερομισθίων στα επίπεδα του 1928, οδήγησε στην έκρηξη. Το χρονικό της κλιμάκωσης υπήρξε ραγδαίο:
-
29 Απριλίου 1936: Κηρύσσεται παλλαϊκή απεργία των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη. Η κινητοποίηση επεκτείνεται ταχύτατα σε άλλα καπνεργατικά κέντρα (Καβάλα, Ξάνθη, Δράμα, Βόλος).
-
Αρχές Μαΐου: Η κυβέρνηση Μεταξά, αντί διαλόγου, επιστρατεύει τη χωροφυλακή. Γίνονται μαζικές συλλήψεις συνδικαλιστών, ενώ επιβάλλεται αυστηρή λογοκρισία στον Τύπο.
-
8 Μαΐου 1936 (Η Γενίκευση): Το εργατικό κίνημα της Θεσσαλονίκης απαντά με ένα πρωτοφανές κύμα αλληλεγγύης. Αρτεργάτες, αυτοκινητιστές, υφαντουργοί, σιδηροδρομικοί και φοιτητές κατεβαίνουν σε απεργία. Η πόλη παραλύει. Ο Υπουργός Γενικός Διοικητής Μακεδονίας διατάσσει την ανάπτυξη στρατού.
9η Μαΐου: Η «Μαύρη» Επέτειος και ο Θάνατος του Τάσου Τούση
Το πρωινό του Σαββάτου, 9 Μαΐου, χιλιάδες οργισμένοι αλλά άοπλοι απεργοί συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της πόλης, ζητώντας την απελευθέρωση των κρατούμενων συναδέλφων τους. Η απάντηση του κρατικού μηχανισμού ήταν αμείλικτη.
Στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου, καθώς και στην οδό Συγγρού, η χωροφυλακή έλαβε διαταγή να ανοίξει πυρ κατά βούληση. Οι σφαίρες χτύπησαν το πλήθος. Ανάμεσα στους πρώτους που έπεσαν νεκροί ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης, ο οποίος συμμετείχε στην πορεία σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους καπνεργάτες. Οι σύντροφοί του τοποθέτησαν το ματωμένο σώμα του πάνω σε μια ξηλωμένη ξύλινη πόρτα και το περιέφεραν στους δρόμους, ως αδιάψευστο μάρτυρα της κρατικής βιαιότητας.
Ο τελικός απολογισμός του μακελειού συγκλόνισε το πανελλήνιο: 12 νεκροί και περισσότεροι από 280 τραυματίες. Την επόμενη ημέρα (10 Μαΐου), η κηδεία των θυμάτων εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη ειρηνική, βουβή διαδήλωση που είχε γνωρίσει η χώρα, με περισσότερους από 150.000 πολίτες να συνοδεύουν τους νεκρούς στο νεκροταφείο.
Η Εικόνα που Συγκλόνισε τον Ρίτσο
Μέσα στη δίνη της καταστολής, ο φωτογραφικός φακός απαθανάτισε μια σκηνή αρχαίας τραγωδίας. Η μητέρα του Τάσου Τούση, Κατίνα, αντικρίζοντας το νεκρό παιδί της στη μέση του δρόμου, έχει γονατίσει πάνω από το άψυχο κορμί του και ξεσπά σε έναν σπαρακτικό θρήνο, περικυκλωμένη από τους παγωμένους διαδηλωτές.
Αυτή η φωτογραφία δημοσιεύθηκε την επομένη στο εξώφυλλο της εφημερίδας «Ριζοσπάστης». Εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, στην Αθήνα, ένας 27χρονος ποιητής, ταλαιπωρημένος από τη φυματίωση, αντίκρισε την εφημερίδα. Ήταν ο Γιάννης Ρίτσος. Συντετριμμένος από τη δύναμη της εικόνας, κλείστηκε στο δωμάτιό του στη γειτονιά της Κυψέλης. Για δύο συνεχόμενα μερόνυχτα, χωρίς να κοιμηθεί ή να φάει, έγραψε τα τρία πρώτα μέρη του ποιήματος που θα άλλαζε την ελληνική λογοτεχνία: του «Επιταφίου».
Δανειζόμενος τη φόρμα του δημοτικού τραγουδιού και το μέτρο του δεκαπεντασύλλαβου, ο Ρίτσος έδωσε φωνή στην οδύνη της ανώνυμης μάνας, μετατρέποντάς την σε σύμβολο του παγκόσμιου εργατικού πόνου:
«Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου…»
Το έργο τυπώθηκε αμέσως σε 10.000 αντίτυπα, τα οποία εξαντλήθηκαν. Ενοχλημένο από την τεράστια απήχηση και τη λυρική του επαναστατικότητα, το καθεστώς Μεταξά (που επιβλήθηκε επίσημα την 4η Αυγούστου) συμπεριέλαβε τον «Επιτάφιο» στα «ανατρεπτικά βιβλία» και τον έκαψε δημόσια στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Ωστόσο, οι ιδέες δεν καίγονται. Το 1958, η αριστουργηματική μελοποίηση του έργου από τον Μίκη Θεοδωράκη θα το περνούσε στα χείλη ολόκληρου του έθνους.
2026 η Πολιτική Παρακαταθήκη
Η σημερινή επέτειος των 90 ετών από τα γεγονότα του ’36 λειτουργεί ως ένας αυστηρός θεσμικός καθρέφτης. Στον 21ο αιώνα, τα εργασιακά δικαιώματα ρυθμίζονται από αυστηρά ευρωπαϊκά και εθνικά νομικά πλαίσια. Εντούτοις, ο Μάης της Θεσσαλονίκης μάς υπενθυμίζει με τον πιο εμφατικό τρόπο πως η κοινωνική ειρήνη δεν επιβάλλεται με τη βία, αλλά διασφαλίζεται μόνο μέσω της δικαιοσύνης, των αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης και του σεβασμού στον εργαζόμενο άνθρωπο. Είναι χρέος κάθε σύγχρονης Δημοκρατίας να θυμάται ότι η ευημερία των αριθμών δεν έχει καμία αξία όταν χτίζεται πάνω στην εξαθλίωση των πολλών.
