Σε μια διπλωματική ακροβασία που κρατά την παγκόσμια κοινότητα σε αναμμένα κάρβουνα, η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια φάση «ασύμμετρης ηρεμίας». Η ανακοίνωση του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για μια διμερή εκεχειρία 14 ημερών με το Ιράν, χαιρετίστηκε αρχικά ως μια ιστορική υποχώρηση από το χείλος του γκρεμού. Ωστόσο, η πραγματικότητα στο πεδίο των μαχών αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη και αιματηρή.
Η «εξαίρεση» του Λιβάνου
Λίγες ώρες μετά τις θριαμβευτικές αναρτήσεις του Τραμπ στο Truth Social, το γραφείο του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου έσπευσε να θέσει τα όρια της ισραηλινής εμπλοκής. Η θέση της Ιερουσαλήμ είναι σαφής: Η συμφωνία αφορά την απευθείας σύγκρουση με την Τεχεράνη και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, αλλά δεν περιλαμβάνει τον Λίβανο.
«Ο Λίβανος είναι μια ξεχωριστή αψιμαχία», επιβεβαίωσε ο Πρόεδρος Τραμπ, δίνοντας ουσιαστικά το «πράσινο φως» στον Ισραηλινό στρατό (IDF) να συνεχίσει τις επιχειρήσεις του στον Βορρά. Ήδη, οι αναφορές για μαζικά αεροπορικά πλήγματα στη Βηρυτό και τον Νότιο Λίβανο επιβεβαιώνουν ότι για τη Χεζμπολάχ η εκεχειρία παραμένει ένα κενό γράμμα.
Το διπλωματικό θρίλερ του Πακιστάν
Ο ρόλος του Πακιστανού Πρωθυπουργού Σεχμπάζ Σαρίφ και του Στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ υπήρξε καταλυτικός για την επίτευξη αυτής της 15ήμερης παύσης. Το Ιράν, από την πλευρά του, παρουσίασε ένα σχέδιο 10 σημείων το οποίο ο Τραμπ χαρακτήρισε ως «ρεαλιστική βάση διαπραγμάτευσης». Η Τεχεράνη ωστόσο επιμένει ότι η εκεχειρία πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα μέλη του «Άξονα της Αντίστασης», συμπεριλαμβανομένης της Χεζμπολάχ, προειδοποιώντας πως οι συνεχιζόμενες επιθέσεις στον Λίβανο θα μπορούσαν να τινάξουν τη συμφωνία στον αέρα.
Με την προσοχή στραμμένη στην Ισλαμαμπάντ, όπου στις 11 Απριλίου ξεκινούν οι επίσημες διαπραγματεύσεις, το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Μπορεί μια εκεχειρία να επιβιώσει όταν ένας από τους κύριους συμμάχους, το Ισραήλ, συνεχίζει τον πόλεμο στο γειτονικό μέτωπο;
Για τον Τραμπ, η επιτυχία κρίνεται στην αποκατάσταση του παγκόσμιου εμπορίου μέσω του Ορμούζ.
Για τον Νετανιάχου, η ασφάλεια των βόρειων συνόρων παραμένει αδιαπραγμάτευτη, ανεξάρτητα από τα χρονοδιαγράμματα της Ουάσινγκτον.
