Η 3η Δεκεμβρίου 1944 αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η αιματηρή σύγκρουση στο Σύνταγμα, που έμεινε γνωστή ως η απαρχή των Δεκεμβριανών, άλλαξε τη μοίρα της χώρας και άνοιξε τον δρόμο για τον Εμφύλιο. Ήταν η στιγμή που οι αντιθέσεις της Κατοχής και της Απελευθέρωσης ξέσπασαν βίαια, με φόντο τον αγώνα για το ποιος θα έχει τον έλεγχο του κράτους στη μεταπολεμική εποχή.
Το ιστορικό πλαίσιο πριν το ξέσπασμα
Τον Οκτώβριο του 1944 η Ελλάδα βγήκε από τα σκοτάδια της γερμανικής κατοχής, όμως η Απελευθέρωση δεν έφερε την ανακούφιση που όλοι περίμεναν. Τα βαθιά τραύματα, οι πολιτικές αντιθέσεις, η μάχη επιρροής μεταξύ Βρετανών και Σοβιετικών, αλλά και η αντιπαράθεση ανάμεσα στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και την εξόριστη κυβέρνηση, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό σκηνικό.
Το Συνέδριο του Λιβάνου και η Συμφωνία της Καζέρτας είχαν επιχειρήσει να καθορίσουν κοινό βηματισμό, όμως γρήγορα αποδείχτηκαν εύθραυστα. Παρά την προσωρινή συμμόρφωση, οι αντιθέσεις για τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, τον ρόλο των Ταγμάτων Ασφαλείας και τη συγκρότηση του νέου εθνικού στρατού οδήγησαν σε βαθιά ρήξη.
Τι προηγήθηκε της 3ης Δεκεμβρίου
Στις 1 Δεκεμβρίου 1944 ο Βρετανός στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι διέταξε τον πλήρη αφοπλισμό των ανταρτικών δυνάμεων, εξαιρώντας την 3η Ορεινή Ταξιαρχία που θεωρούνταν πιστή στην κυβέρνηση. Οι υπουργοί του ΕΑΜ παραιτήθηκαν καταγγέλλοντας παραβίαση των συμφωνηθέντων.
Στις 2 Δεκεμβρίου η ηγεσία του ΕΑΜ κάλεσε σε μεγάλη διαδήλωση στο Σύνταγμα για την επόμενη ημέρα. Παρά το γεγονός ότι αρχικά είχε δοθεί άδεια, η κυβέρνηση Παπανδρέου την ανακάλεσε την τελευταία στιγμή. Η πόλη ήταν ήδη φορτισμένη – και το πρωί της 3ης Δεκεμβρίου η σύγκρουση έγινε αναπόφευκτη.
Η ημέρα της σφαγής στο Σύνταγμα
Χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να συγκεντρώνονται από νωρίς στο Σύνταγμα. Το κρύο ήταν έντονο, αλλά η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη. Βρετανοί στρατιώτες και Έλληνες αστυνομικοί περιπολούσαν στις άκρες της πλατείας, παρακολουθώντας με ανησυχία το συγκεντρωμένο πλήθος.
Λίγο πριν τις 11 το πρωί, ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Διαδηλωτές έπεσαν νεκροί μπροστά στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Η Αθήνα βυθίστηκε στο χάος. Η αστυνομία είχε ανοίξει πυρ μέσα στο πλήθος, χωρίς προειδοποίηση. Μέσα σε λίγα λεπτά η διαδήλωση μετατράπηκε σε οδομαχίες, ενώ οι γύρω δρόμοι γέμισαν τραυματίες και πανικόβλητους πολίτες.
Βρετανικά άρματα και θωρακισμένα προσπάθησαν να απωθήσουν το πλήθος, αλλά η ένταση συνέχιζε να κλιμακώνεται για ώρες. Η σύγκρουση πλέον είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Η γενίκευση της μάχης στην Αθήνα
Το βράδυ της ίδιας ημέρας οι πρώτες μάχες είχαν ήδη ξεκινήσει. Το ΕΛΑΣ επιτέθηκε σε αστυνομικά τμήματα και σε νευραλγικούς στόχους, ενώ η κυβέρνηση ζητούσε ενισχύσεις από τους Βρετανούς. Την επομένη, στις κηδείες των θυμάτων, σημειώθηκαν νέοι πυροβολισμοί κατά διαδηλωτών.
Η σύγκρουση πήρε διαστάσεις κανονικού πολέμου μέσα στην πρωτεύουσα. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ανήσυχος για τον κίνδυνο κατάληψης της Αθήνας από τον ΕΛΑΣ, έδωσε τη χαρακτηριστική εντολή: «Αντιμετωπίστε την Αθήνα ως κατακτηθείσα πόλη».
Οι μάχες συνεχίστηκαν σε όλα τα κρίσιμα σημεία της Αθήνας, με αποκορύφωμα τις σκληρές συγκρούσεις στη συνοικία Μακρυγιάννη, όπου καθορίστηκε η τελική έκβαση. Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, η Βρετανική Αυτοκρατορία είχε μεταφέρει σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις που έγειραν οριστικά την πλάστιγγα.
Η πορεία προς τον Εμφύλιο
Τα Δεκεμβριανά έκλεισαν με βαριές απώλειες και μια χώρα βαθιά διχασμένη. Ο εμφύλιος σπαραγμός δεν ήταν πια απειλή – ήταν η επόμενη πραγματικότητα. Η Ελλάδα, που είχε αντισταθεί με θάρρος στον φασισμό και τον ναζισμό, έμπαινε τώρα σε έναν εσωτερικό πόλεμο πιο αιματηρό και πιο επίμονο.
Οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές πληγές εκείνης της περιόδου έμειναν ανοιχτές για δεκαετίες, επηρεάζοντας γενιές ολόκληρες.
Η 3η Δεκεμβρίου 1944 δεν είναι απλώς μία ημερομηνία. Είναι μια ιστορική τομή που άλλαξε για πάντα την πορεία της χώρας. Η σφαγή στο Σύνταγμα σηματοδότησε τη σύγκρουση για την εξουσία, την αποτυχία των συμφωνιών και την αρχή μιας από τις πιο τραγικές περιόδους του ελληνικού 20ού αιώνα.
Τα Δεκεμβριανά παραμένουν μέχρι σήμερα σύμβολο βαθύτατου διχασμού αλλά και υπενθύμιση του τι μπορεί να συμβεί όταν ένα έθνος βγαίνει από έναν πόλεμο χωρίς πραγματική ενότητα.
