Το ερώτημα για το ποια θα είναι η επόμενη πανδημία επανέρχεται σταθερά μετά την εμπειρία της COVID-19 και, όπως ξεκαθαρίζει ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, η απάντηση έχει μία βεβαιότητα και μία άγνωστη παράμετρο. Δεν γνωρίζουμε ποιο παθογόνο θα την προκαλέσει, αλλά είναι βέβαιο ότι μια νέα πανδημία θα έρθει.
Μιλώντας σε εκδήλωση του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας, ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η ανθρωπότητα δεν βρίσκεται μπροστά σε ένα θεωρητικό σενάριο, αλλά σε μια ιστορικά επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα, η οποία απαιτεί διαρκή ετοιμότητα και όχι εφησυχασμό.
Η πανδημία δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία»
Ο Σωτήρης Τσιόδρας υπενθύμισε ότι η συζήτηση για την επόμενη πανδημία δεν ξεκίνησε μετά τον κορωνοϊό. Όπως είπε, η επιστημονική κοινότητα ανέμενε ένα τέτοιο γεγονός ήδη πριν από την πανδημία της γρίπης H1N1 το 2009 και πολύ πριν από την COVID-19.
«Το περιμέναμε και πριν. Το περιμένουμε και τώρα. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι ποιος παθογόνος παράγοντας θα είναι ο επόμενος», σημείωσε, τονίζοντας ότι οι πανδημίες αποτελούν μέρος της σχέσης ανθρώπου, περιβάλλοντος και ζώων.
Άνθρωπος, ζώα και περιβάλλον στο ίδιο σύστημα
Κεντρικό σημείο της τοποθέτησής του ήταν η έννοια της «Ενιαίας Υγείας», δηλαδή η στενή αλληλεξάρτηση ανθρώπου, ζώων και οικοσυστημάτων. Όπως εξήγησε, η αυξανόμενη επαφή ανθρώπων με άλλα θηλαστικά, σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή και τις περιβαλλοντικές πιέσεις, δημιουργεί συνθήκες που ευνοούν την εμφάνιση νέων λοιμωδών απειλών.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι πανδημίες δεν προκύπτουν τυχαία, αλλά ως αποτέλεσμα αλλαγών στον τρόπο που ζούμε, μετακινούμαστε και αλληλεπιδρούμε με το φυσικό περιβάλλον.
Ποιες απειλές βρίσκονται στο «μικροσκόπιο»
Αναφερόμενος στις πιθανές μελλοντικές απειλές, ο κ. Τσιόδρας έδειξε καταρχάς προς τους αναπνευστικούς ιούς, με πρώτο υποψήφιο ένα νέο στέλεχος γρίπης. Όπως τόνισε, πρόκειται για έναν γνώριμο αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενο εχθρό, χωρίς να μπορεί να υπάρξει βεβαιότητα για το αν και πότε θα εξελιχθεί σε πανδημία.
Παράλληλα, στάθηκε ιδιαίτερα στις λοιμώξεις που μεταδίδονται μέσω εντόμων, όπως τα κουνούπια και τα τσιμπούρια. Ο ιός του Δυτικού Νείλου, όπως ανέφερε, παρουσίασε φέτος έντονη έξαρση, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε Ευρώπη και Αμερική, με επέκταση σε περιοχές όπου μέχρι πρότινος δεν καταγραφόταν.
Το άγνωστο παθογόνο και τα σενάρια υψηλού κινδύνου
Πέρα από τις «γνωστές» απειλές, ο καθηγητής άφησε ανοιχτό και το πιο απαιτητικό σενάριο: την εμφάνιση ενός εντελώς άγνωστου παθογόνου. Έφερε ως παράδειγμα τη νόσο Marburg, που καταγράφεται αυτή την περίοδο στην Αιθιοπία, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ιό με υψηλή θνητότητα, ο οποίος κινητοποιεί διεθνώς μηχανισμούς έκτακτης ανάγκης και συζητήσεις ακόμη και για πειραματικά εμβόλια.
Η πραγματικότητα, όπως είπε, δείχνει ότι η επιστήμη δεν έχει πάντα έτοιμες απαντήσεις και ότι η προσαρμογή είναι κρίσιμη.
Ο ρόλος του ΕΟΔΥ και η έννοια της διαρκούς ετοιμότητας
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ρόλο του ΕΟΔΥ, ο οποίος, όπως τόνισε, δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση κρίσεων, αλλά στη συνεχή επιτήρηση και την έγκαιρη ανίχνευση κινδύνων. Ενίσχυση εργαστηρίων, συνεργασίες σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και ανταλλαγή δεδομένων αποτελούν βασικούς πυλώνες αυτής της προσπάθειας.
«Η ετοιμότητα δεν τελειώνει ποτέ. Είναι ένας κύκλος που συνεχώς ανατροφοδοτείται», σημείωσε χαρακτηριστικά, συνδέοντας την εθνική επιτήρηση με τις εκτιμήσεις κινδύνου του ECDC.
Εμβολιασμοί και επιστροφή «ξεχασμένων» ασθενειών
Ο Σωτήρης Τσιόδρας στάθηκε και στη σημασία των εμβολιασμών, ακόμη και όταν η προστασία δεν είναι απόλυτη. Όπως είπε, μια μείωση του κινδύνου σοβαρής νόσησης κατά 40% ή 50% είναι σαφώς προτιμότερη από την πλήρη απουσία προστασίας.
Παράλληλα, προειδοποίησε για τις συνέπειες της αμφισβήτησης της επιστήμης, αναφερόμενος στην επανεμφάνιση νοσημάτων όπως η ιλαρά και ο κοκκύτης σε Ευρώπη και ΗΠΑ, αλλά και στη βαριά επιβάρυνση που καταγράφεται σε χώρες της Αφρικής.
Επαγρύπνηση χωρίς πανικό
Το βασικό μήνυμα του καθηγητή δεν ήταν ο φόβος, αλλά η εγρήγορση. Η έγκαιρη ανίχνευση νέων απειλών, όπως τόνισε, δεν είναι θέμα τύχης αλλά αποτέλεσμα συνεργασίας: της πρώτης γραμμής υγείας, των εργαστηρίων, των επιστημόνων και της κοινωνίας.
