Η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου την Παρασκευή 3 Απριλίου 2026, έθεσε τέλος στην περιπέτεια της 52χρονης οικιακής βοηθού, η οποία επέμενε από την πρώτη στιγμή στην αθωότητά της. Η γυναίκα, που είχε προφυλακιστεί λίγες ημέρες μετά το έγκλημα το 2024, ετοιμάζεται πλέον να επιστρέψει στην οικογένειά της, με την τιμή και την υπόληψή της αποκατεστημένες.
Η γυναίκα, η οποία επέμενε από την πρώτη στιγμή στην αθωότητά της, δήλωσε συγκλονισμένη και δικαιωμένη μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, οι έρευνες των αρχών εγκλωβίστηκαν αποκλειστικά στο πρόσωπό της, αγνοώντας άλλα πιθανά σενάρια ή υπόπτους. Η 52χρονη τόνισε πως η ψυχολογική και σωματική δοκιμασία που υπέστη ήταν δυσβάσταχτη, καθώς ελάχιστοι άνθρωποι εκτός από την οικογένειά της πίστεψαν ότι δεν ήταν εκείνη η δράστιδα του στυγερού εγκλήματος.
Τα στοιχεία που είχαν οδηγήσει αρχικά στη σύλληψή της κρίθηκαν πλέον από τη δικαιοσύνη ως ανεπαρκή για την καταδίκη της. Παρόλο που οι κάμερες ασφαλείας την είχαν καταγράψει να εισέρχεται στο σπίτι της ηλικιωμένης την ημέρα του φόνου και η ίδια είχε υποπέσει σε αντιφάσεις σχετικά με τις ώρες της επίσκεψής της, το δικαστήριο δέχθηκε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη η κατηγορούμενη μόλις μία ημέρα μετά το έγκλημα, το οποίο οι αστυνομικοί ερμήνευσαν τότε ως δείγμα ενοχής λόγω ψυχολογικής πίεσης, θεωρήθηκε τελικά ένα τυχαίο ιατρικό περιστατικό που επιδείνωσε τη σύγχυσή της κατά τις πρώτες καταθέσεις.
Η αθώωση της οικιακής βοηθού προκαλεί έντονη ανησυχία και απόγνωση στους συγγενείς της 84χρονης, καθώς το έγκλημα παραμένει πλέον επίσημα ανεξιχνίαστο. Στενός συγγενής του θύματος δήλωσε ότι η ηλικιωμένη γυναίκα έχασε τη ζωή της άδικα και ζήτησε από τις αρχές να ανοίξουν ξανά τον φάκελο της υπόθεσης από το μηδέν. Η οικογένεια ζητά την επανεξέταση όλων των στοιχείων, εστιάζοντας σε λεπτομέρειες που ίσως παραβλέφθηκαν, όπως η περίεργη διάρρηξη που σημειώθηκε στο σπίτι λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία, κατά την οποία δεν αφαιρέθηκαν χρήματα ή αντικείμενα αξίας.
Με τη 52χρονη να επιστρέφει πλέον στο σπίτι της για να αποκαταστήσει την τιμή και την υπόληψή της, η Αστυνομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη πρόκληση. Η έρευνα επιστρέφει στο σημείο μηδέν και οι αρχές καλούνται να αναζητήσουν τον πραγματικό δολοφόνο 18 μήνες μετά την πράξη. Το ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από τα Καμένα Βούρλα είναι αν η καθυστέρηση αυτή και η εστίαση σε λάθος πρόσωπο επέτρεψαν στον πραγματικό ένοχο να εξαφανίσει οριστικά τα ίχνη του.
Το χρονικό και τα «κενά» της έρευνας
Η 84χρονη είχε βρεθεί νεκρή με τραύμα από μαχαίρι μέσα στο σπίτι της. Οι αρχές είχαν εστιάσει στην 52χρονη βοηθό λόγω:
-
Καμερών ασφαλείας: Την έδειχναν να εισέρχεται στο σπίτι την ημέρα του εγκλήματος.
-
Αντιφάσεων: Είχε δώσει λάθος ώρες στην κατάθεσή της, κάτι που η ίδια απέδωσε σε σύγχυση λόγω του εγκεφαλικού που υπέστη την επόμενη ημέρα.
-
Εξαφάνισης ρούχων: Η δήλωσή της ότι «έχασε» τα ρούχα και τα παπούτσια που φορούσε εκείνη τη μέρα είχε θεωρηθεί ύποπτη.
Ωστόσο, η υπεράσπιση κατάφερε να πείσει το δικαστήριο ότι τα στοιχεία αυτά δεν ήταν επαρκή για να στοιχειοθετήσουν την ενοχή της, κάνοντας λόγο για «εγκλωβισμό» των ερευνών σε έναν μόνο ύποπτο.
«Ψάξτε τον πραγματικό ένοχο»
Η απόφαση προκάλεσε την έντονη αντίδραση των συγγενών του θύματος, οι οποίοι νιώθουν ότι η δικαιοσύνη απέχει ακόμα πολύ.
«Τώρα τα έχω χαμένα. Με ενδιαφέρει να βρω αυτόν που το έκανε. Η γυναίκα πήγε σαν το σκυλί στο αμπέλι», δήλωσε στενός συγγενής της 84χρονης, καλώντας τις Αρχές να ανοίξουν ξανά τον φάκελο.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά πλέον το γεγονός ότι λίγες μέρες μετά τη δολοφονία είχε σημειωθεί διάρρηξη στο σπίτι της θανούσας χωρίς να αφαιρεθούν αντικείμενα αξίας, στοιχείο που ενδεχομένως δείχνει ότι οι δράστες έψαχναν κάτι συγκεκριμένο.
