Η θεσμική ισορροπία ανάμεσα στην Αθήνα και τις ευρωπαϊκές ελεγκτικές αρχές δοκιμάζεται για ακόμη μία φορά, καθώς η υπόθεση της έρευνας γύρω από τον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ) λαμβάνει πλέον διαστάσεις μείζονος πολιτικής σύγκρουσης. Η απόφαση της ευρωπαϊκής εισαγγελίας (EPPO), υπό την ηγεσία της Λάουρα Κοντρούτσα Κοβέσι, να προχωρήσει στην αρχειοθέτηση του μεγαλύτερου μέρους των φακέλων που αφορούσαν σκιές και καταγγελίες για κακοδιαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, δεν πέρασε απαρατήρητη από το κυβερνητικό στρατόπεδο. Αντιθέτως, μετατράπηκε άμεσα σε αιχμή του δόρατος για μια σφοδρή πολιτική αντεπίθεση.
Το Μέγαρο Μαξίμου και τα κορυφαία στελέχη της Νέας Δημοκρατίας αντιμετωπίζουν την εξέλιξη αυτή όχι απλώς ως μια νομική δικαίωση, αλλά ως μια περίτρανη απόδειξη ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, και ειδικότερα η κυρία Κοβέσι, εργαλειοποιήθηκαν ή υπερέβησαν τα εσκαμμένα στη δημιουργία ενός κλίματος γενικευμένης καχυποψίας εις βάρος της χώρας. Η αρχειοθέτηση των φακέλων, οι οποίοι αρχικά είχαν παρουσιαστεί ως απόδειξη συστημικής διαφθοράς, αλλάζει άρδην το αφήγημα και θέτει την ευρωπαϊκή εισαγγελία στο στόχαστρο κριτικής για τη μεθοδολογία και τις δημόσιες παρεμβάσεις της.
Η κατάρρευση των κατηγοριών και η σημειολογία της αρχειοθέτησης
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί τον νευραλγικό βραχίονα του ελληνικού κράτους για τη διαχείριση και διανομή των πόρων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Κάθε χρόνο, δισεκατομμύρια ευρώ εισρέουν στα ταμεία του για να κατευθυνθούν στους Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφους. Όταν η ευρωπαϊκή εισαγγελία ανακοίνωσε την έναρξη σαρωτικών ερευνών για πιθανές απάτες, υπερτιμολογήσεις και παράνομες εκταμιεύσεις επιδοτήσεων, το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα πήρε φωτιά. Η αντιπολίτευση έσπευσε να αξιοποιήσει τις έρευνες αυτές, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση για συγκάλυψη και διασπάθιση του δημόσιου χρήματος.
Ωστόσο, η νομική πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ διαφορετική από τον αρχικό θόρυβο. Μετά από εξονυχιστικούς ελέγχους των οικονομικών στοιχείων, των συμβάσεων και των ψηφιακών δεδομένων πληρωμών, η ευρωπαϊκή εισαγγελία αναγκάστηκε να θέσει στο αρχείο τη συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων, ελλείψει επαρκών στοιχείων που να τεκμηριώνουν αξιόποινες πράξεις ή οργανωμένο σχέδιο απάτης. Η εξέλιξη αυτή απογυμνώνει, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, όσους επιχείρησαν να στήσουν ένα «πολιτικό ικρίωμα» βασισμένο σε ανεπιβεβαίωτες καταγγελίες, αναδεικνύοντας παράλληλα την ευκολία με την οποία σπιλώνεται η εικόνα κρατικών οργανισμών.
Τα «γαλάζια» πυρά και το πολιτικό μήνυμα προς τις Βρυξέλλες
Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν άμεση και συντονισμένη. Κορυφαία στελέχη κάνουν λόγο για μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια απαξίωσης της χώρας που έπεσε στο κενό. Το αφήγημα που εκπέμπεται είναι σαφές: η Ελλάδα διαθέτει ισχυρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς και λειτουργεί με απόλυτο σεβασμό στους κανόνες διαφάνειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η κριτική προς το πρόσωπο της Λάουρα Κοβέσι είναι οξύτατη. Η ευρωπαία εισαγγελέας κατηγορείται εμμέσως πλην σαφώς ότι, στην προσπάθειά της να εδραιώσει το κύρος του νεοσύστατου θεσμού της EPPO, προβαίνει συχνά σε υπερβολικές δημόσιες τοποθετήσεις που δημιουργούν εντυπώσεις προτού καν ολοκληρωθεί το ανακριτικό έργο. Το Μέγαρο Μαξίμου θεωρεί ότι η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τακτικής, ζητώντας πλέον θεσμική αυτοσυγκράτηση και σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας, όχι μόνο για φυσικά πρόσωπα, αλλά και για τους εθνικούς θεσμούς.
Το ιστορικό της έντασης και οι βαθύτερες αιτίες
Η σύγκρουση αυτή δεν προέκυψε εν κενώ. Οι σχέσεις της ελληνικής κυβέρνησης με την ευρωπαϊκή εισαγγελία βρίσκονται σε τεντωμένο σχοινί εδώ και αρκετό καιρό. Οι παρεμβάσεις της κυρίας Κοβέσι στο παρελθόν, με αποκορύφωμα τις δηλώσεις της γύρω από το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών και τη διαχείριση της επίμαχης σύμβασης 717, είχαν προκαλέσει έντονη δυσφορία στην Αθήνα. Η κυβέρνηση είχε θεωρήσει εκείνες τις παρεμβάσεις ως ανεπίτρεπτη ανάμειξη στα εσωτερικά πολιτικά και δικαστικά ζητήματα της χώρας, υπογραμμίζοντας ότι η δικαιοδοσία της EPPO περιορίζεται αυστηρά στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.
Η αρχειοθέτηση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ λειτουργεί πλέον ως ένα ισχυρό αντεπιχείρημα της Αθήνας. Στελέχη της πλειοψηφίας σημειώνουν πως, όπως κατέρρευσαν οι κατηγορίες για τον Οργανισμό Πληρωμών, με τον ίδιο τρόπο αναμένεται να αποδειχθεί η αβασιμότητα και άλλων επιθέσεων που δέχεται η χώρα σε επίπεδο κράτους δικαίου. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση εργαλειοποιεί την απόφαση της ίδιας της ευρωπαϊκής εισαγγελίας για να ακυρώσει συνολικά το αφήγημα της αντιπολίτευσης περί συστημικής διαφθοράς.
Η σημασία για τον αγροτικό κόσμο και την εθνική οικονομία
Πέρα από το στενό πολιτικό πλαίσιο, η εξέλιξη αυτή έχει ζωτική σημασία για τον πρωτογενή τομέα. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση μετασχηματισμού και ψηφιοποίησης, προσπαθώντας να επιλύσει παθογένειες δεκαετιών που αφορούν τον τρόπο κατανομής των επιδοτήσεων και τον έλεγχο των δικαιούχων. Η παραμονή του Οργανισμού σε καθεστώς διαρκούς καχυποψίας από τις ευρωπαϊκές αρχές απειλούσε να τινάξει στον αέρα την ομαλή ροή των πληρωμών.
Εάν η έρευνα της ευρωπαϊκής εισαγγελίας κατέληγε σε εκτεταμένες διώξεις ή διαπίστωνε συστημικό πρόβλημα, ο κίνδυνος επιβολής τεράστιων προστίμων ή ακόμη και η προσωρινή αναστολή κοινοτικών πόρων θα ήταν ορατός. Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε καταστροφικό πλήγμα για εκατοντάδες χιλιάδες παραγωγούς που βασίζονται στην ΚΑΠ για την επιβίωσή τους, ειδικά σε μια περίοδο έντονων πληθωριστικών πιέσεων και κλιματικών προκλήσεων. Συνεπώς, το κλείσιμο των φακέλων φέρνει ανακούφιση όχι μόνο στο κυβερνητικό επιτελείο, αλλά και στην πραγματική οικονομία της υπαίθρου.
Τα επόμενα βήματα στη σκακιέρα των Βρυξελλών
Το ερώτημα που πλανάται πλέον είναι πώς θα διαμορφωθεί η σχέση μεταξύ των εθνικών αρχών και της ευρωπαϊκής εισαγγελίας την επόμενη μέρα. Παρά τη νίκη τακτικής που καταγράφει η ελληνική κυβέρνηση, η ανάγκη για διαφανή και αδιάφθορη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και το νέο ΕΣΠΑ, διοχετεύουν πρωτοφανείς πόρους στην ελληνική οικονομία, καθιστώντας τους ελέγχους αυστηρότερους από ποτέ.
Η ελληνική πλευρά διαμηνύει ότι συνεργάζεται και θα συνεχίσει να συνεργάζεται στενά με όλους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, περιλαμβανομένης της EPPO. Ωστόσο, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ θέτει νέα όρια. Η κυβέρνηση στέλνει το σαφές μήνυμα ότι δεν προτίθεται να παραμένει παθητικός δέκτης επικρίσεων που δεν τεκμηριώνονται νομικά. Απαιτείται πλέον μεγαλύτερη σοβαρότητα και λιγότερος επικοινωνιακός θόρυβος κατά τη διεξαγωγή των ερευνών. Στον αντίποδα, η ευρωπαϊκή εισαγγελία καλείται να επαναξιολογήσει τη στρατηγική της επικοινωνίας της, προκειμένου να διαφυλάξει το κύρος της ως ανεξάρτητος ελεγκτικός μηχανισμός, μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες και σκιές υπερβολής. Η μάχη για τη διαφάνεια συνεχίζεται, αλλά πλέον διεξάγεται με νέους, αυστηρότερους κανόνες εμπλοκής για όλες τις πλευρές.
