Σε μια ιστορική απόφαση, η οποία αναμένεται να αναδιαμορφώσει εκ βάθρων το παραγωγικό, περιβαλλοντικό και εμπορικό μοντέλο της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τους νέους, αυστηρούς κανόνες για την πλήρη κυκλικότητα στην αυτοκινητοβιομηχανία. Ο νέος ευρωπαϊκός Κανονισμός (End-of-Life Vehicles – ELV), ο οποίος ρυθμίζει νομοθετικά ολόκληρο τον κύκλο ζωής ενός οχήματος, από τον αρχικό σχεδιασμό του στα εργαστήρια των πολυεθνικών εταιρειών μέχρι την τελική αποσυναρμολόγησή του, υπερψηφίστηκε με ευρεία πλειοψηφία (437 ψήφους υπέρ, 112 κατά και 20 αποχές).
Η συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση δεν συνιστά απλώς μια ακόμη περιβαλλοντική οδηγία ρουτίνας, αλλά έναν στρατηγικό, βιομηχανικό μετασχηματισμό. Σήμερα, υπολογίζεται ότι περίπου 285,6 εκατομμύρια μηχανοκίνητα οχήματα κυκλοφορούν στους ευρωπαϊκούς δρόμους. Εξ αυτών, περισσότερα από 6,5 εκατομμύρια καταλήγουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους κάθε χρόνο, μετατρεπόμενα σε εκατομμύρια τόνους αποβλήτων. Υπό αυτά τα δραματικά δεδομένα, η ανάγκη για άμεση μετάβαση από ένα ξεπερασμένο γραμμικό μοντέλο σε ένα πλήρως κυκλικό σύστημα παραγωγής κρίθηκε επιτακτική. Ως αναλυτές των ευρωπαϊκών μακροοικονομικών πολιτικών, διαπιστώνουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να μειώσει δραστικά την εξάρτησή της από εισαγόμενες κρίσιμες πρώτες ύλες (από χώρες όπως η Κίνα), θωρακίζοντας ταυτόχρονα το φυσικό περιβάλλον.
Οι υποχρεωτικοί στόχοι για την ανακύκλωση και τον κυκλικό σχεδιασμό
Ο πυρήνας του νέου νομικού πλαισίου εντοπίζεται στην αυστηρή υποχρέωση των αυτοκινητοβιομηχανιών να υιοθετήσουν εξαρχής τον κυκλικό σχεδιασμό (circular design). Στο εξής, όλα τα νέα οχήματα που θα λαμβάνουν έγκριση τύπου θα πρέπει να κατασκευάζονται με γνώμονα την εύκολη αφαίρεση, αντικατάσταση και ανακύκλωση των εξαρτημάτων τους, χωρίς να απαιτούνται χρονοβόρες ή δυσανάλογα κοστοβόρες διαδικασίες αποσυναρμολόγησης από τους διαλυτές.
Η μεγαλύτερη και πιο άμεσα μετρήσιμη αλλαγή, ωστόσο, αφορά τη χρήση των πλαστικών μερών. Οι νέοι κανόνες επιβάλλουν ρητούς και αυστηρά δεσμευτικούς ποσοτικούς στόχους: εντός έξι ετών από την εφαρμογή της νομοθεσίας, τα πλαστικά που χρησιμοποιούνται σε κάθε νέο όχημα θα πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον 15% ανακυκλωμένο υλικό, με το ποσοστό αυτό να κλιμακώνεται υποχρεωτικά στο 25% σε ορίζοντα δεκαετίας.
Προκειμένου, μάλιστα, να διασφαλιστεί η πραγματική, βιομηχανική ανακύκλωση στο εσωτερικό του κλάδου, τουλάχιστον το 20% αυτού του ανακυκλωμένου πλαστικού θα πρέπει να προέρχεται απευθείας από υλικά που ανακτώνται από άλλα, παλαιότερα οχήματα (ELVs) ή από μεταχειρισμένα ανταλλακτικά. Δημιουργείται, έτσι, ένας βιώσιμος «κλειστός βρόχος» (closed loop). Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατηρεί το νομικό δικαίωμα, βάσει μελλοντικών επιστημονικών μελετών σκοπιμότητας, να θεσπίσει αντίστοιχους ποσοτικούς στόχους και για άλλα στρατηγικά υλικά, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, το μαγνήσιο και οι σπάνιες γαίες.
Η διευρυμένη ευθύνη των κατασκευαστών και τα νέα οικονομικά δεδομένα
Μια από τις πλέον κομβικές ρυθμίσεις του κανονισμού, η οποία αναμένεται να αλλάξει άρδην τα οικονομικά δεδομένα του κλάδου, είναι η καθιέρωση της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού (EPR). Τρία χρόνια μετά την έναρξη ισχύος των νέων κανόνων, οι κατασκευαστές των οχημάτων θα είναι υποχρεωμένοι να επωμίζονται εξ ολοκλήρου το οικονομικό κόστος της συλλογής, της διαχείρισης και της τελικής περιβαλλοντικής επεξεργασίας των οχημάτων τους, όταν αυτά φτάνουν στο τέλος της ωφέλιμης ζωής τους, σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος της ΕΕ και αν βρίσκονται. Η ριζοσπαστική αυτή διάταξη μετατοπίζει οριστικά το τεράστιο διαχειριστικό βάρος των αποβλήτων από τις εθνικές κυβερνήσεις και την τοπική αυτοδιοίκηση, απευθείας στους ισολογισμούς των ίδιων των πολυεθνικών κατασκευαστών.
Το τέλος των «αγνοούμενων οχημάτων» και οι αυστηροί κανόνες εξαγωγής
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βάζει επίσης στο μικροσκόπιο τη μάστιγα των λεγόμενων «αγνοούμενων οχημάτων», εκείνων των αυτοκινήτων (εκατομμύρια κάθε χρόνο) που «εξαφανίζονται» μυστηριωδώς από τα επίσημα εθνικά μητρώα και καταλήγουν σε παράνομα, ρυπογόνα διαλυτήρια, ή εξάγονται παράτυπα σε τρίτες, αναπτυσσόμενες χώρες. Πέντε χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της νομοθεσίας, θα επιβληθεί καθολική απαγόρευση στην εξαγωγή οχημάτων που έχουν κριθεί νομικά και τεχνικά ακατάλληλα για κυκλοφορία (non-roadworthy).
Παράλληλα, αυστηροποιείται ριζικά το εμπορικό πλαίσιο μεταβίβασης μεταχειρισμένων οχημάτων εντός των ευρωπαϊκών συνόρων. Όταν μια εμπορική επιχείρηση (μαντράς ή αντιπροσωπεία) πωλεί ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, θα υποχρεούται πλέον να προσκομίζει επίσημη αξιολόγηση που να βεβαιώνει αδιαμφισβήτητα ότι το όχημα δεν αποτελεί απόβλητο (ELV) ή, εναλλακτικά, να διαθέτει έγκυρο πιστοποιητικό τεχνικού ελέγχου (όπως το ελληνικό ΚΤΕΟ). Προκειμένου, βέβαια, να αποφευχθεί η δυσανάλογη γραφειοκρατική επιβάρυνση των απλών πολιτών, οι ιδιωτικές συναλλαγές θα απαιτούν ένα από αυτά τα δύο έγγραφα μόνο εάν το όχημα έχει δηλωθεί επίσημα ως «ολική οικονομική καταστροφή» από ασφαλιστική εταιρεία, ή εάν η πώληση πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας δημοπρασιών.
Η πολιτική διάσταση και οι επιπτώσεις στην Ελλάδα
Αυτή η νομοθεσία συνιστά αναπόσπαστο και κεντρικό κομμάτι της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας (European Green Deal). Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισαν οι συνεισηγητές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Jens Gieseke (ΕΛΚ, Γερμανία) από την Επιτροπή Περιβάλλοντος και Paulius Saudargas (ΕΛΚ, Λιθουανία) από την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς, οι νέοι κανόνες αποσκοπούν στην προώθηση της ασφάλειας των πόρων, χωρίς ωστόσο να στραγγαλίσουν την ίδια την ελεύθερη αγορά.
Ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία διαθέτει έναν από τους γηραιότερους στόλους οχημάτων στην Ευρώπη (μέσος όρος άνω των 17 ετών) και εισάγει μαζικά μεταχειρισμένα οχήματα, οι νέοι κανόνες αναμένεται να φέρουν τεκτονικές ανατροπές. Ο τερματισμός των ανεξέλεγκτων εισαγωγών/εξαγωγών ακατάλληλων ΙΧ θα θωρακίσει την οδική ασφάλεια, αλλά θα απαιτήσει και γενναίες επενδύσεις στον εγχώριο τομέα της νόμιμης ανακύκλωσης οχημάτων (ΕΔΟΕ).
Μετά το οριστικό «πράσινο φως» από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο κανονισμός βρίσκεται πλέον στο τελικό του στάδιο, αναμένοντας την τυπική επικύρωση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η πλήρης εφαρμογή του θα ξεκινήσει 24 μήνες μετά τη δημοσίευσή του, παρέχοντας στην ευρωπαϊκή και εγχώρια αγορά ένα απολύτως αναγκαίο μεταβατικό στάδιο προσαρμογής στη νέα, κυκλική πραγματικότητα.
